Το άρθρο της Svenska Dagbladet (6 Ιουλίου 1955) αποτυπώνει με σαφήνεια ότι η Κύπρος αντιμετωπιζόταν ήδη πριν από την ανεξαρτησία της ως κρίσιμος στρατιωτικός κόμβος στον βρετανικό και ευρύτερο δυτικό γεωπολιτικό σχεδιασμό. Με αφορμή την απόφαση της Βρετανίας να εγκαταλείψει τη βάση του Σουέζ, το δημοσίευμα εντάσσει την Κύπρο σε μια αλυσίδα στρατηγικών βάσεων μαζί με το Άντεν και το Σάιμονσταουν της Νότιας Αφρικής, που στόχο είχαν τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής, της Διώρυγας του Σουέζ και της θαλάσσιας οδού γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Είνια ενδιαφέρον πως η Κύπρος στο δημοσίευμα εμφανίζεται μάλιστα διχοτομημέμη και υπενθυμίζεται πως τα σχέδια διχοτήμητης υπάρχουν ήδη από το 1948
Σύτμφωνα με το σουηδικό δημοσίευμα που εντόπισε το ιστολόγιο Υπερβόρειοι, η Κύπρος επιλέχθηκε ως εναλλακτική λύση στο Σουέζ όχι επειδή θεωρούνταν ιδανική, αλλά λόγω έλλειψης καλύτερης επιλογής. Στρατιωτικοί κύκλοι εξακολουθούσαν να βλέπουν το Σουέζ ως την πραγματική κύρια βάση, ενώ η Κύπρος προοριζόταν κυρίως ως εφεδρικός χώρος, ενδιάμεσος σταθμός και βάση για περιορισμένες επιχειρήσεις. Παρά τα σοβαρά μειονεκτήματα του νησιού, έλλειψη μεγάλων λιμανιών, σιδηροδρόμων και επαρκούς οδικού δικτύου – μέχρι το 1952 είχαν επενδυθεί τεράστια κονδύλια για στρατηγεία, στρατιωτικές μονάδες και αεροπορικές εγκαταστάσεις, με δύναμη περίπου 10.000 ανδρών.
Το άρθρο αναδεικνύει επίσης τη σημασία του Άντεν ως πύλης προς το Σουέζ και ενδιάμεσου σταθμού προς την Άπω Ανατολή, επισημαίνοντας τις ανησυχίες του Λονδίνου για την αστάθεια στην περιοχή και τις σχέσεις της Υεμένης με την Αίγυπτο. Παράλληλα, τονίζεται ότι η βρετανική αποχώρηση από το Σουέζ και την Παλαιστίνη δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ως προηγούμενο αποαποικιοποίησης, καθώς, σύμφωνα με τη βρετανική άποψη , επρόκειτο για «ειδικές περιπτώσεις».
Τέλος, το δημοσίευμα καταγράφει τη στρατηγική επαναξιολόγηση της θαλάσσιας διαδρομής γύρω από την Αφρική, λόγω της πιθανότητας αποκλεισμού της Διώρυγας του Σουέζ και της απειλής των πυρηνικών όπλων. Η συμφωνία Βρετανίας–Νότιας Αφρικής για τον ναυτικό έλεγχο της διαδρομής αυτής παρουσιάζεται ως κομβικό στοιχείο ενός σκληρότερου διεθνούς περιβάλλοντος, όπου το ουσιώδες δεν είναι οι τυπικές συμφωνίες, αλλά η δυνατότητα χρήσης στρατιωτικών βάσεων σε περίπτωση πολέμου, ακόμη και αν ορισμένα κράτη παραμείνουν ουδέτερα.





