Υπάρχουν μορφές στη λαϊκή μας παράδοση που, ενώ ξεκινούν ως «γραφικές», καταλήγουν να γίνονται φορείς μιας βαθύτερης κοινωνικής σοφίας. Ο Χάφτας είναι μία από αυτές. Δεν είναι απλώς ένας αφελής, ένας καλοκάγαθος «χαζούλης» που μπλέκει σε παρεξηγήσεις. Είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που ξέρει να γελά με τον εαυτό της, αλλά και να αποκαλύπτει, μέσα από το χιούμορ, τις πιο σκληρές της αλήθειες.

Το κείμενο «Έπαθεν την ο Χάφτας», όπως δημοσιεύεται στον Φιλελεύθερο το 1983, ανήκει σε εκείνη την πολύτιμη παράδοση της κυπριακής σάτιρας που στηρίζεται στη διάλεκτο, στον προφορικό λόγο και στον καθημερινό άνθρωπο. Ο Χάφτας δεν είναι ήρωας με τη συμβατική έννοια. Είναι ένας τύπος απλός, καλοπροαίρετος, ευκολόπιστος, που μπλέκεται σε μια δικαστική περιπέτεια επειδή αδυνατεί να κατανοήσει τους κώδικες του «επίσημου» κόσμου: του δικαστηρίου, της εξουσίας, της θεσμικής σοβαρότητας.

Κι εδώ ακριβώς γεννιέται η ουσία του κειμένου. Η σύγκρουση ανάμεσα στη λαϊκή αθωότητα και στη γραφειοκρατική λογική. Ο Χάφτας μιλά όπως σκέφτεται, σκέφτεται όπως νιώθει και απαντά χωρίς υπολογισμούς. Δεν προσπαθεί να φανεί έξυπνος ούτε να καλυφθεί πίσω από νομικούς όρους. Η λογική του είναι βιωματική. Είναι η λογική του σπιτιού, της αυλής, της «μαμμούς».

Και όταν η ιστορία φτάνει στο τέλος της, δεν είναι ο δικαστής που δίνει την πιο καθαρή ετυμηγορία. Είναι η μαμμού. Με την αφοπλιστική της φράση:

«Έμεινεν μου εμέν το ξύλον, τζ’ εσέν η Χαρίκλου, ρε Χάφτα».

Μέσα σε μία πρόταση χωρά ολόκληρη κοινωνική φιλοσοφία. Άλλος πληρώνει τη ζημιά και άλλος παίρνει το όφελος. Ο αφελής μένει με το βάρος, ο πονηρός με το κέρδος. Δεν χρειάζονται εξηγήσεις, δεν χρειάζεται ανάλυση. Η λαϊκή σοφία μίλησε. Και μίλησε καθαρά.

Εδώ γεννιέται η παροιμία. Όχι ως λογοτεχνική επινόηση, αλλά ως απόσταγμα εμπειρίας. Από μια μικρή, καθημερινή ιστορία προκύπτει μια αλήθεια που αφορά όλους. Ο Χάφτας γίνεται σύμβολο όλων εκείνων που «την παθαίνουν» όχι επειδή είναι κακοί, αλλά επειδή εμπιστεύονται. Επειδή δεν υποψιάζονται. Επειδή βλέπουν τον κόσμο όπως θα ήθελαν να είναι και όχι όπως πραγματικά είναι.

Ο «γραφικός τύπος», τελικά, δεν είναι περιθωριακός. Είναι κεντρικός. Είναι ο άνθρωπος που μας θυμίζει ότι η κοινωνία δεν στηρίζεται μόνο στην εξυπνάδα και στην πονηριά, αλλά και στην καλοσύνη, στην απλότητα και στην αθωότητα. Και πως, δυστυχώς, αυτές συχνά πληρώνονται ακριβά.

Κι έτσι, μέσα από μια φράση της μαμμούς, γεννήθηκε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα αστείο περιστατικό:

«Έμεινεν μου εμέν το ξύλον, τζ’ εσέν η Χαρίκλου, ρε Χάφτα».

Μια φράση που καταγράφει μια παγκόσμια αλήθεια: στις ανθρώπινες σχέσεις δεν μοιράζονται πάντα δίκαια ούτε οι ευθύνες ούτε τα οφέλη. Κάποιος θα μείνει με το «ξύλο» και κάποιος άλλος με τη «Χαρίκλου». Και η κοινωνία, με τη σοφία της, δεν το ξεχνά. Το μετατρέπει σε λόγο, τον λόγο σε παροιμία και την παροιμία σε συλλογική μνήμη.

Ο Χάφτας, λοιπόν, δεν ανήκει στο παρελθόν. Ζει σε κάθε συμφωνία που γίνεται «στο λόγο», σε κάθε σχέση όπου η αθωότητα συναντά την πονηριά. Και η μαμμού, με μία μόνο πρόταση, μας άφησε έναν από τους πιο καθαρούς, πιο πικρούς και πιο αληθινούς ορισμούς της κοινωνικής αδικίας, ντυμένο με χιούμορ, διάλεκτο και ατόφια λαϊκή σοφία.

Το παρόν άρθρο εξου και συνοδεύεται από τη δημοσίευση, αυτούσιου και πλήρους, του σατιρικού κειμένου “Έπαθεν την ο Χάφτας”, όπως αυτό δημοσιεύθηκε στις σελίδες της εφημερίδας Φιλελεύθερος το 1983, ώστε ο αναγνώστης να έχει άμεση και αυθεντική εικόνα του πρωτότυπου συμφραζομένου.




Πηγή: Εφημερίδα «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» 1983 (Αρχείο Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών)


Κρίστοφερ Στ. Πιτσιλλίδη

Ιστοριοδίφη της συλλογικής μνήμης του Εφημεριδικού Τύπου