Τη θέση του Κινήματος Άλμα για την απόφαση απομάκρυνσης του Δημήτρη Παπαδάκη από το ψηφοδέλτιο, στον απόηχο των καταγγελιών του Μακάριου Δρουσιώτη, ανέλυσε ο επικεφαλής του Κινήματος, Οδυσσέας Μιχαηλίδης, μιλώντας στο Μεσημέρι και Κάτι.
Όπως διευκρίνισε, με βάση τα μέχρι στιγμής δημοσιοποιημένα στοιχεία, δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε ποινικά κολάσιμη κατηγορία εις βάρος του Δημήτρη Παπαδάκη. Οι αναφορές, όπως είπε, αφορούν μηνύματα, τα οποία ο ίδιος ο κ. Παπαδάκης απορρίπτει ως πλαστά και κατασκευασμένα.
Ωστόσο, ο κ. Μιχαηλίδης σημείωσε ότι οι ισχυρισμοί που προκύπτουν από τα εν λόγω μηνύματα, εφόσον επιβεβαιωθούν, θα μπορούσαν να εγείρουν ζητήματα πολιτικής δεοντολογίας και συμβατότητας με τις αρχές του κινήματος.
«Το Άλμα βρέθηκε μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση», ανέφερε, εξηγώντας ότι από τη μία όφειλε να ζητήσει πλήρη διερεύνηση των σοβαρών καταγγελιών και από την άλλη να αποφύγει να υιοθετήσει θέση που θα προκαταλάμβανε το αποτέλεσμα των ερευνών.
Δείτε επίσης: Παπαδάκης:«Το σημαντικό είναι να αποδειχθεί ποιος έστησε όλη αυτή τη φάμπρικα»
Όπως είπε, το κίνημα είχε δύο επιλογές, είτε να στηρίξει δημόσια τον υποψήφιό του, υιοθετώντας τη θέση ότι τα μηνύματα είναι κατασκευασμένα, είτε να διασφαλίσει τη θεσμική του αξιοπιστία, αποστασιοποιούμενο μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες.
«Δεν μπορεί ένα κόμμα να προκαταλαμβάνει ποινικές έρευνες», τόνισε, προσθέτοντας ότι η απόφαση να τεθεί εκτός ψηφοδελτίου ο Δημήτρης Παπαδάκης ελήφθη με γνώμονα την ανάγκη τοποθέτησης με καθαρό τρόπο σε ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα.
Παράλληλα, επανέλαβε την απαίτηση για πλήρη, αντικειμενική και αμερόληπτη διερεύνηση της υπόθεσης, εκφράζοντας επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι έρευνες από την Αστυνομία, λόγω δηλώσεων και διαρροών που, όπως είπε, δημιουργούν αμφιβολίες στην κοινή γνώμη.
Το Κίνημα Άλμα, όπως ανέφερε, ζητά την εμπλοκή της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς και τον διορισμό ποινικών ανακριτών, ενδεχομένως και με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπιστία της διαδικασίας.
«Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν αν πρόκειται για πραγματικά γεγονότα που αγγίζουν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης ή για κατασκευασμένα στοιχεία», κατέληξε.





