Η τραγωδία που εκτυλίχθηκε στον αυτοκινητόδρομο με θύμα 61χρονο μοτοσικλετιστή, αλλά και η πορεία διερεύνησης του θανατηφόρου δυστυχήματος στην Αγλαντζιά, βρέθηκαν στο επίκεντρο των δηλώσεων του Αρχιλοχία της Τροχαίας Αρχηγείου Αστυνομίας, Τάσου Ασιήκκη, ο οποίος μίλησε στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο».
Αναφερόμενος στο δυστύχημα στον αυτοκινητόδρομο, ο κ. Ασιήκκης επιβεβαίωσε ότι λίγα λεπτά πριν από το μοιραίο είχε ληφθεί τηλεφώνημα από πολίτη για την παρουσία νεκρού σκύλου στο οδόστρωμα. Όπως εξήγησε, αμέσως ξεκίνησαν ενέργειες για αντιμετώπιση του προβλήματος, ωστόσο το δυστύχημα σημειώθηκε πριν καταστεί δυνατή η παρέμβαση των αρμόδιων υπηρεσιών.
«Είχε ληφθεί ένα τηλεφώνημα από κάποιον πολίτη και είχαν αρχίσει να γίνονται άμεσα ενέργειες προς αποκατάσταση του προβλήματος που παρουσιάστηκε, αλλά έγινε μετά το μοιραίο και δεν πρόλαβε η Αστυνομία να δράσει άμεσα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι αυτοκινητόδρομοι της Κύπρου περιπολούνται διαρκώς από το Τμήμα Τροχαίας Αρχηγείου, το οποίο έχει την ευθύνη της ομαλής και ασφαλούς διακίνησης των οδηγών. Όπως είπε, η χώρα είναι χωρισμένη σε τομείς ευθύνης, ώστε να υπάρχει ταχύτερη ανταπόκριση σε περιστατικά.
Σε ό,τι αφορά την παρουσία ζώων στους δρόμους, ο Αρχιλοχίας της Τροχαίας επανέλαβε ότι οι οδηγοί πρέπει να παραμένουν σε συνεχή εγρήγορση, ιδιαίτερα κατά τις νυχτερινές ώρες. Τόνισε πως η απότομη αλλαγή πορείας για αποφυγή ζώου μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από τη σύγκρουση με αυτό.
«Αν η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, είναι προτιμότερο ένας οδηγός να χτυπήσει το ζώο παρά να προκαλέσει άλλη οδική σύγκρουση», σημείωσε, προσθέτοντας ότι πολλοί σοβαροί τραυματισμοί προκαλούνται από απώλεια ελέγχου του οχήματος ή πρόσκρουση σε σταθερά αντικείμενα κατά την προσπάθεια αποφυγής ενός ζώου.
Σύμφωνα με τον κ. Ασιήκκη, από τα μέχρι στιγμής στοιχεία προκύπτει ότι ο σκύλος βρισκόταν ήδη νεκρός στον αυτοκινητόδρομο όταν συνέβη το δυστύχημα.
Στη διάρκεια της συζήτησης τέθηκε και το ζήτημα της τηλεφωνικής γραμμής 1460. Ο αξιωματικός διευκρίνισε ότι η συγκεκριμένη γραμμή προορίζεται κυρίως για παράπονα και αιτήματα πολιτών, ενώ για επείγουσες καταστάσεις οι πολίτες θα πρέπει να καλούν το 112 ή το 199.
Παραδέχθηκε ότι κατά διαστήματα παρατηρείται αυξημένος όγκος κλήσεων, γεγονός που δημιουργεί πίεση στο προσωπικό. «Υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις που υπάρχει συνωστισμός κλήσεων και εκεί πραγματικά υπάρχει πίεση», ανέφερε, σημειώνοντας παράλληλα ότι κάθε περιστατικό αξιολογείται και προωθείται για άμεση διαχείριση όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο.
Ερωτηθείς για τη σύλληψη οδηγού που ακολουθούσε τη μοτοσικλέτα του 61χρονου πριν από το θανατηφόρο, ο κ. Ασιήκκης εξήγησε ότι η έκδοση δικαστικού εντάλματος προϋποθέτει την ύπαρξη εύλογων υπονοιών για ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων και αποτελεί μέρος της ανακριτικής διαδικασίας.
«Για να εκδοθεί ένα δικαστικό ένταλμα σημαίνει ότι υπήρξαν τέτοιες εύλογες υπόνοιες ότι ενδεχομένως να έχουν διαπραχθεί κάποια αδικήματα. Θα πρέπει να ανακριθεί ο ύποπτος, ώστε να διερευνηθεί κάθε παράμετρος της υπόθεσης», ανέφερε.
Οι παρουσιαστές έθεσαν παράλληλα το θέμα της διαφορετικής αντιμετώπισης σε σχέση με το θανατηφόρο δυστύχημα στην Αγλαντζιά, όπου έχασε τη ζωή του νεαρός μοτοσικλετιστής. Ο κ. Ασιήκκης απάντησε ότι κάθε υπόθεση εξετάζεται ξεχωριστά και αξιολογείται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.
Όπως εξήγησε, σε κάθε θανατηφόρα οδική σύγκρουση μεταβαίνει στη σκηνή εξειδικευμένη ομάδα αναπαράστασης, η οποία συλλέγει και αξιολογεί όλα τα δεδομένα πριν ληφθούν αποφάσεις για ενδεχόμενες συλλήψεις ή άλλες ενέργειες.
«Δεν μπορούμε να βάζουμε όλες τις περιπτώσεις στην ίδια κατηγορία. Θα πρέπει να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα εκδοθεί ένα ένταλμα χωρίς να υπάρχει λόγος», είπε χαρακτηριστικά.
Αναφορικά με την πορεία της διερεύνησης της υπόθεσης της Αγλαντζιάς και τις επικρίσεις για καθυστέρηση, ο Αρχιλοχίας της Τροχαίας απέρριψε ότι υπάρχει ολιγωρία από πλευράς Αστυνομίας.
«Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει καθυστέρηση. Είχαν ζητηθεί να γίνουν κάποιες ενέργειες από πλευράς Αστυνομίας και αυτές έγιναν. Ο φάκελος υποβλήθηκε εκεί που έπρεπε να υποβληθεί και δόθηκαν οδηγίες για επαναξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού», ανέφερε.
Καταλήγοντας, τόνισε ότι η Αστυνομία ενεργεί πάντοτε βάσει της νομοθεσίας και των οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας, επισημαίνοντας ότι όλες οι υποθέσεις θανατηφόρων συγκρούσεων υποβάλλονται στον Γενικό Εισαγγελέα για αξιολόγηση και λήψη τελικών αποφάσεων.
«Εμείς λογοδοτούμε και ενεργούμε βάσει των υποδείξεων και συστάσεων του Γενικού Εισαγγελέα. Δεν μπορούμε από μόνοι μας να προβαίνουμε σε διακρίσεις ή να μεροληπτούμε. Κάθε υπόθεση διερευνάται με βάση τα δεδομένα της και τις διαδικασίες που προβλέπει η νομοθεσία», κατέληξε.
Διαβάστε επίσης: Θρήνος για τον Χριστάκη: Την Τρίτη η κηδεία – Η παράκληση της οικογένειας





