Μια συνέντευξη – ιστορικό ντοκουμέντο μεταδόθηκε το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου στην εκπομπή Κώδικας Σιωπής του κρατικού καναλιού. Ο πρωτότοκος γιος του Σπύρου Κυπριανού, Αχιλλέας σπάει τη σιωπή του για την απαγωγή του η οποία έγινε από την πρώτη στιγμή προϊόν διάφορων θεωριών και ερμηνειών. Μιλάει για πρώτη και τελευταία φορά αφού όπως λέει η κατάσταση της υγείας του είναι σε προχωρημένο σοβαρό σημείο. Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξε να δώσει τη δική του μαρτυρία όπως λέει. Να σημειωθεί ότι ο ίδιος ζήτησε όπως η συνέντευξη μεταδοθεί μετά τις εκλογές του περασμένου Μάη.

Ο Αχιλλέας Κυπριανού εξιστορεί στον Πέτρο Μελαίση τα γεγονότα, από το εφεδρικό στρατόπεδο των Καταδρομέων στον Μαχαιρά όπου και έγινε η απαγωγή μέχρι την απελευθέρωσή του. Περιγράφει τα γεγονότα που έζησε μέσα σε ένα λαγούμι σε περιοχή έξω από τις Κυβίδες στη Λεμεσό, μέχρι την απελευθέρωσή και την επανένωσή του με την οικογένειά του 4 μέρες μετά.

«Από καιρό ήθελα να μιλήσω για την απαγωγή μου και την άδικη και εντελώς αβάσιμη διαστρέβλωση των γεγονότων. Το ανέβαλλα θεωρώντας ότι μπορώ να το κάνω σε μελλοντικό στάδιο.. δεν ήθελα να φέρνω στη μνήμη μου εκείνα τα οδυνηρά, δραματικά γεγονότα που έζησα.

Διαγνώστηκα με μια εξαιρετικά σοβαρή σπάνια ασθένεια η οποία έχει εξαιρετικά ταχεία πρόγνωση. Δεν θα υπάρχει ίσως άλλη ευκαιρία να μιλήσω. Δεν αναφέρω την ασθένεια μου θέλοντας να κερδίσω την συμπάθεια οποιουδήποτε, απλά θέλω να γίνει κατανοητό γιατί τώρα.

Κουράστηκα τόσα χρόνια να ακούω λασπολογίες και ψέματα. Είναι ίσως η τελευταία μου ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτά τα γεγονότα».

Η απαγωγή

«Ήμουν 19 ετών και υπηρετούσα ανθυπολοχαγός στην 32η μοίρα καταδρομών. Τότε εκτός από το κυρίως στρατόπεδο της Μοίρας υπήρχε και ένα μικρό εφεδρικό στον Μαχαιρά. Το προσωπικό εκεί άλλαζε κάθε βδομάδα περίπου. Αποτελείτο είτε από 1 έφεδρο αξιωματικό ή 1 μόνιμο υπαξιωματικό και περίπου 10 οπλίτες. Υπηρέτησα τον Μάρτη του 1977 ξανά εκεί και δεν είχε συμβεί κάποιο σημαντικό θέμα ασφάλειας. Τον Δεκέμβριο του 1977 που ήρθε ξανά η σειρά μου να πάω εκεί ως δια μαγείας χάλασε η γεννήτρια που έδινε ρεύμα και φωτισμό στο στρατόπεδο το οποίο δεν ήταν συνδεδεμένο με το δίκτυο της ΑΗΚ. Επικρατούσε πυκνό σκοτάδι και το βράδυ της απαγωγής, της 14ης Δεκεμβρίου με ειδοποίησαν να πάω στην πύλη. Εκεί με περίμενε ένας άγνωστος ο οποίος μου είπε ότι είναι ταξιτζής και ότι μετέφερε έναν τραυματισμένο καταδρομέα που κτύπησε σε άσκηση και έμεινε παράλυτος. Μου ζήτησε να τον δω και αν μπορώ να τον βοηθήσω. Όπως κατέθεσε ο φρουρός της πύλης στην Αστυνομία ο δήθεν ταξιτζής κατέβηκε, πήγε στον φρουρό και του είπε θέλω να δω τον Αχιλλέα Κυπριανού, τον γιο του Προέδρου», λέει ο Αχιλλέας Κυπριανού.

«Οι απαγωγείς ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι και προετοιμάστηκαν ανάλογα. Έμαθα αργότερα ότι και ο δήθεν ταξιτζής και ο δήθεν τραυματίας καταδρομέας αλλά και ο ιθύνων νους Βασίλης Παυλίδης άλλος Γιατρός υπήρξαν καταδρομείς, χωρίς όμως κανένα συναίσθημα αλληλεγγύης με άρπαξαν από το στρατόπεδο που υπηρετούσα την πατρίδα».

Ο Αχιλλέας Κυπριανού αναφέρει ότι αξίζει να αναφερθεί ότι ο αδελφός ενός από τους απαγωγείς υπηρετούσε μαζί του στην 32η Μοίρα και όπως του ανέφερε αργότερα η Αστυνομία, πολύ πιθανόν αυτός να έδινε πληροφορίες. «Το ενδιαφέρον είναι ότι μετά την απελευθέρωση μου συνέχισα να υπηρετώ με αυτό το άτομο.

Ο απαγωγέας που παρίστανε τον ταξιτζή για να μην θορυβηθεί ο φρουρός την ώρα που θα έφευγε του είπε ότι θα πάρουμε τον ανθυπολοχαγό στους Καπέδες, που απήχε 1 χιλιόμετρο από το στρατόπεδο. Εκεί του είπε ότι θα συζητούσαμε για την κατάσταση του τραυματία καταδρομέα».

«Κάθισα στη θέση του συνοδηγού με την πόρτα μισάνοιχτη για να υπάρχει φως και να μπορώ να βλέπω τον δήθεν τραυματία όση ώρα μιλούσαμε. Μόλις κάθισα ο δήθεν τραυματίας πετάχτηκε, με ακινητοποίησε βάζοντας μου ένα πιστόλι στον κρόταφο, ενώ ο δήθεν ταξιτζής ανέπτυξε ταχύτητα. Από την επιτάχυνση έκλεισε η πόρτα του συνοδηγού. Πολύ έξυπνα το ταξί ήταν σταθμευμένο λίγο πιο κάτω από την πύλη, σε σημείο που ο φρουρός δεν θα μπορούσε να βλέπει τι έγινε. Το αυτοκίνητο συνέχιζε και εγώ ήμουν ακινητοποιημένος με το πιστόλι στον κρόταφο. Σε κάποια φάση το αυτοκίνητο σταμάτησε. Και οι δυο ήξεραν ότι ως αξιωματικός ήμουν εκπαιδευμένος να προσπαθήσω να δραπετεύσω, αντί να μου δέσουν τα χέρια με σχοινί, μου τα έδεσαν με χειρουργικό τσιρότο πλάτους 15 εκατοστών.

Το ίδιο τσιρότο το τύλιξαν γύρω από τα μάτια μου αφού έβαλαν δυο χαρτομάντηλα σε κάθε μάτι. Μετά απ’ αυτό δεν μπορούσα ούτε να κουνήσω τα χέρια μου, ούτε να δω. Υπολογίζω ότι ταξιδέψαμε περίπου 1.5 ώρα. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο δήθεν οδηγός του ταξί με ρώτησε αν μου είχε αδυναμία ο πατέρας μου ώστε να αποδεχθούν τους όρους τους. Σε κάποια φάση σταμάτησαν και καθίσαμε σε ένα νομίζω, χωράφι. Το αυτοκίνητο έφυγε. Όταν επέστρεψε άκουσα μια τρίτη φωνή. Με έβαλαν ξανά στο αυτοκίνητο και με ακινητοποίησαν και πάλι υπό απειλή όπλου με ανάγκασαν να διαβάσω ένα κείμενο – τελεσίγραφο προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που ήταν ο πατέρας μου. Το τελεσίγραφο έλεγε ότι αν δεν άνοιγαν οι Κεντρικές για να ελευθερωθούν ποινικοί κατάδικοι της ΕΟΚΑ Β και του πραξικοπήματος θα με εκτελούσαν και θα έστελναν το κεφάλι μου στον πατέρα μου. Μετά που το διάβασα, μου ξανάδεσαν τα μάτια μου και κατευθύνθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε και όπως ήμουν δεμένος, με διέταξαν να περπατώ. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές έπεσα και κτύπησα γόνατα, αγκώνες. Ήταν ένα μαρτύριο. Περπατούσαμε υπολογίζω 4-5 ώρες ώσπου φτάσαμε στον τόπο κράτησης μου, που ήταν μια σπηλιά – τρύπα που την κάλυπταν πυκνοί θάμνοι και αγκαθιές. Έμαθα μετά την απελευθέρωση μου ότι το μέρος αυτό ήταν σε ορεινή περιοχή κοντά στις Κυβίδες».

Η τοποθεσία μυστήριο

«Ήταν τόσο καλά καμουφλαρισμένη η σπηλιά που δεν υπήρχε πιθανότητα να με βρει η Αστυνομία. Η Αστυνομία πήγε εκεί μόνο όταν την οδήγησαν οι ίδιοι οι απαγωγείς. Ήταν τόσο μικρή σπηλιά που δεν με χωρούσε να κάθομαι. Μόνο να ξαπλώνω ή να κάθομαι στο πλευρό, στο χέρι μου. Ήταν σαν να ήμουν θαμμένος ζωντανός, αυτή η σπηλιά προοριζόταν να γινόταν ο τάφος μου μετά την εκτέλεση, θα απάλλασσε τους απαγωγείς μου από τη μεταφορά του πτώματος μου για ταφή.

Μήνες αργότερα όταν μου ζητήθηκε από την Αστυνομία να αναγνωρίσω τη μικρή υπόγεια σπηλιά, με πήραν και σε ένα κτίσμα άλλο. Εκεί είδα ένα ζευγάρι που μας είπαν ότι είναι γεωργοί. Σε ένα σημείο εκεί είδα ένα μικρό στρώμα που το έπιασα και με την αφή το αναγνώρισα ότι ήταν το στρώμα πάνω στο οποίο κοιμόμουν στη σπηλιά.

Στη σπηλιά έμεινε σύνολο 4 μέρες. Δεν μπορούσα να δραπετεύσω, όπως κατάλαβα , έξω από τη σπηλιά υπήρχαν 2 ένοπλοι φρουροί.

Ήταν ανυπόφορο το αίσθημα κρύου, πείνας, δίψας. Ο εγκλεισμός σε μια τρύπα σε παγωνιά, με πείνα, δίψα και απειλές εκτέλεσης ήταν απίστευτο βασανιστήριο. Καταλάβαινα ότι οι μέρες περνούσαν από το κρύο, όχι γιατί μπορούσα να δω», είπε.

Τόνισε ότι «Είναι ιδιαίτερα λυπηρό που κάποιοι κακεντρεχείς διέδιδαν εκείνες τις μέρες ότι ήμουν σε ένα ξενοδοχείο.

Σε όλη τη διάρκεια της απαγωγής μου, ο Βασίλης Παυλίδης μου τόνιζε ότι άνηκε σε μια οργάνωση με στρατιωτική δομή που όπως έλεγε ήταν πολύ ανώτερη από την ηγεσία της ΚΔ».

«Κάποια στελέχη της ΕΟΚΑ Β που γνωρίζονταν με τους απαγωγείς μου, επειδή ανησύχησαν ότι η όποια δήθεν πατριωτική εικόνα τους θα ζήμιωνε από τη δράση των απαγωγέων, αποφάσισαν να μεσολαβήσουν για την απελευθέρωση μου. Το μήνυμα που πέρασε σε αυτούς ο αρχηγός της ΚΥΠ, ήταν ότι ναι μεν δεν θα σας ανακαλύψουμε εγκαίρως αλλά αν προχωρήσετε στην εκτέλεση, δεν θα μπορέσετε να διαφύγετε. Θα σας συλλάβουμε και για απαγωγή και δολοφονία ισχύει η θανατική ποινή δια απαγχονισμό. Για να με απελευθερώσουν τους δόθηκε υπόσχεση ότι δεν θα διωχθούν για την απαγωγή. Τους δόθηκε αυστηρότατη προειδοποίηση ότι αν διέπρατταν άλλο έγκλημα θα αντιμετώπιζαν την αυστηρότητα της δικαιοσύνης».

Ο Αχιλλέας Κυπριανού εξέφρασε την βαθύτατη ευγνωμοσύνη του στον τότε Αρχηγό της ΚΥΠ, Κύπρο Μουρουζίδη ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στην απελευθέρωση του, όπως ανέφερε.

Η απελευθέρωση

«Ένιωθα ότι αναστήθηκα, ότι ήμουν πεθαμένος και μου δόθηκε δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Με πήγαν στο σπίτι ενός ιδιοκτήτη καθαριστηρίου στη Λεμεσό όταν με απελευθέρωσαν. Του είπαν ότι δεν μπορούσαν να τον δουν σε τέτοια χάλια οι γονείς του.  

Ο πατέρας μου, μου είπε ότι ένιωσε πολύ άσχημα που κινδύνευσε η ζωή μου διότι ο ίδιος ένιωσε την υποχρέωση να απορρίψει το τελεσίγραφο των απαγωγέων. Του είπα ότι πολύ καλά έκανε.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1981 όταν ο Γλαύκος Κληρίδης έκανε δήλωση ότι η απαγωγή είναι σκοτεινή υπόθεση, του απάντησε ο τότε Κυβερνητικός και του είπε ότι κάθε άλλο παρά σκοτεινή είναι η απαγωγή. Την είχε ζήσει από τόσο κοντά που είχε λάβει και ο ίδιος πρωτοβουλία για απελευθέρωση. Είχε ενημερωθεί πλήρως από τις Αρχές για τα γεγονότα και για τα άτομα που τη διέπραξαν. Έφερε μάλιστα στο σπίτι μας στη Λευκωσία τον μόνο άνθρωπο που θα μπορούσε να βοηθήσει όπως είπε».  

Το πολιτικό σκηνικό της εποχής

Ο Αχιλλέας Κυπριανού κάνει εκτενή αναφορά και στο πολιτικό σκηνικό της εποχής, επιχειρώντας να δώσει απαντήσεις στα περί σκηνοθετημένης απαγωγής για να επωφεληθεί ο Σπύρος  Κυπριανού στις εκλογές του 1978.

«Μετά που ο ΔΗΣΥ κατηγορήθηκε απ’ όλους ότι στέγασε πολιτικά την ΕΟΚΑ Β το 1976 στις βουλευτικές συνασπίστηκαν όλα τα κόμματα εναντίον του. Σε εκείνες τις εκλογές έλαβε το 27% και οι υπόλοιποι το 73%. Για τις προεδρικές του 1978 διαμορφώθηκε μήνες πριν την απαγωγή μου, ο ίδιος συνασπισμός κομμάτων έναντι στο 27% του ΔΗΣΥ. Το ΑΚΕΛ στήριζε ήδη εκλογή Κυπριανού και η ΕΔΕΚ προσανατολιζόταν στο ίδιο. Το ερώτημα είναι πώς μπορούσε να εκλεγεί ο Γλαύκος  με το 27%».

Στο σημείο αυτό ο Αχιλλέας Κυπριανού κάνει αναφορά στο βιβλίο του Κωστή Χατζηκωστή, «Έξι Προεδρικά Πορτρέτα». Στο βιβλίο αναφέρεται ότι «η απαγωγή αποτέλεσε τελικά τη βολική λύτρωση από την εκλογική αναμέτρηση, με τρόπο που έκανε τον Κληρίδη να φανεί ανώτερος των κομματικών συμφερόντων και υπέρμαχος της ενότητας του λαού. Χάριν δήθεν της ενότητας της Κύπρου ο Κληρίδης αποφάσισε να ‘θυσιάσει’ την υποψηφιότητα του και αποσύρθηκε στις 16 Δεκεμβρίου του 1977». Ο Αχιλλέας Κυπριανού αναφέρεται στον Κωστή Χατζηκωστή λέγοντας ότι ήταν στενός συνεργάτης του Γλαύκου Κληρίδη και στήριξε τον ΔΗΣΥ από τη μέρα ίδρυσής του. Στις Προεδρικές του 1983 όπου η ΕΔΕΚ αποχώρησε από τη συνεργασία ο Βάσος Λυσσαρίδης που κατήλθε υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας έλαβε το 9.5% ενώ ο ΔΗΣΥ που αύξησε τα ποσοστά του με υποψήφιο τον Κληρίδη έλαβε το 34%. Ο Σπύρος Κυπριανού εξελέγη Πρόεδρος από τον πρώτο γύρο με 56.5%. Το 34% του Γλαύκου Κληρίδη δεν νίκησε το 56.5% του Σπύρου Κυπριανού, επομένως θα επαναλάβω για τελευταία φορά, ότι ο ισχυρισμός ότι ο Κυπριανού επωφελήθηκε από την απαγωγή για να εκλεγεί Πρόεδρος, είναι εντελώς παράλογος.

Ο επίλογος του Αχιλλέα

«Κάθε Δημοκρατία χρειάζεται σοβαρή αντιπολίτευση. Πάντα υπάρχουν θέματα για κριτική. Η διαστρέβλωση γεγονότων και η δολοφονία χαρακτήρων από μερίδα πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου χάριν μιας αντιπολίτευσης είναι αισχρές πράξεις».  

«Διαδόθηκε μετά την απαγωγή μου μια αηδιαστική διάδοση… κατά τη διάρκεια της απαγωγής μου η μητέρα μου έκανε μια τηλεοπτική έκκληση στους απαγωγείς μου. Μια μητέρα που άκουσε το τελεσίγραφο ότι θα εκτελέσουν τον γιο της μίλησε με δάκρυα στα μάτια και με λυγμό στη φωνή. Οι ίδιοι πολιτικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι διέδωσαν μέσω ψιθύρων ότι αυτή η δακρυσμένη έκκληση ήταν ψεύτικη όπως και η απαγωγή μου. Έχω πολύ οδυνηρές αναμνήσεις τις οποίες για χρόνια προσπαθούσα να ξεχάσω. Αναζωπυρώνονταν οι μνήμες όταν έπρεπε να δίνω καταθέσεις στην Αστυνομία, να καταθέσω σε δυο δίκες, να έρθω πρόσωπο με πρόσωπο με τους απαγωγείς μου. Τις μνήμες εκείνες τις ξυπνούσε η διατήρηση της λασπολογίας ότι ήταν ψεύτικη απαγωγή για να κερδίσει ο πατέρας μου τις εκλογές.

Αυτή είναι η δική μου κατάθεση για τα πραγματικά γεγονότα της απαγωγής μου, τους ψιθύρους, τη λασπολογία και όλα τα γεγονότα που είχαν στόχο να πληγεί ο Σπύρος Κυπριανού. Με δεδομένα τα εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα υγείας μου είναι αβέβαιο για πόσο ακόμα θα μπορούσα να μιλήσω. Αυτή ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία μου για να δώσω την τελευταία μου συνέντευξη., παρακάλεσα αυτή η συνέντευξη να μεταδοθεί μετά τις βουλευτικές του 2926. Αρκετά παρεξηγήθηκα στη ζωή μου και έφαγα λάσπη και δεν ήθελα αυτή η τελευταία μου πράξη να αναμειχθεί στις προεκλογικές αντιπαραθέσεις».

Δείτε ΕΔΩ ολόκληρη τη μαρτυρία του Αχιλλέα Κυπριανού.